σκέτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σκέτος σκέτη σκέτο
γενική σκέτου σκέτης σκέτου
αιτιατική σκέτο σκέτη σκέτο
κλητική σκέτε σκέτη σκέτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σκέτοι σκέτες σκέτα
γενική σκέτων σκέτων σκέτων
αιτιατική σκέτους σκέτες σκέτα
κλητική σκέτοι σκέτες σκέτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκέτος < ιταλική schietto < γερμανική sliht < πρωτογερμανικά *slihtaz < *slīkaną < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sleyg- / *sleyǵ- ‎(εξομαλύνω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈskε.tɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σκέτος, -η, -ο

  1. που δεν περιέχει ξένες προσμείξεις ή ουσίες, καθαρός
    Βάλτε μου ένα σκέτο ουίσκι, παρακαλώ.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αμιγής
  2. (για καφέ) χωρίς ζάχαρη
  3. που δεν τον συνοδεύει οτιδήποτε, χωρίς συμπαρομαρτούντα
  4. (μεταφορικά) μεγάλος
    «Αυτό που περνάει η χώρα μου αυτή τη στιγμή είναι σκέτη τρέλα. Μπορούμε να το διορθώσουμε. Μπορούμε να σταματήσουμε την τρέλα. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]