συμπαρομαρτούντα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : συμπαρομαρτοῦντα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση πληθυντικός
ονομαστική συμπαρομαρτούντα
γενική συμπαρομαρτούντων
αιτιατική συμπαρομαρτούντα
κλητική συμπαρομαρτούντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμπαρομαρτούντα < αρχαία ελληνική συμπαρομαρτοῦντα, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμπαρομαρτέω / συμπαρομαρτῶ < σύν + παρά + ὁμαρτέω / ὁμαρτῶ < ὁμοῦ + ἀραρίσκω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική concomitant)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμπαρομαρτούντα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  • (λόγιο) ό,τι ακολουθεί μετά από μια ενέργεια, πράξη ή λόγο, ό,τι τα συνοδεύει
    Στα παλιά συγκαταλέγονται όλοι οι πρωταγωνιστές/-ίστριες και οι υπηρέτες/-τριες ενός συστήματος που υποσχόταν περισσότερα απ' ό,τι μπορούσε να προσφέρει. Στα παρόντα, η παρακμή, πολιτική και κοινωνική, μ' όλα τα συμπαρομαρτούντα: ανεργία, ελαττωματική ηθική, ψυχικός κλονισμός, παραβατική συμπεριφορά, απόδοση δικαιοσύνης. Αλλά τι τα θέλετε; Τη νύφη την πληρώνουν συνήθως οι αδύνατοι... (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]