νοικοκυρεμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική νοικοκυρεμένος νοικοκυρεμένη νοικοκυρεμένο
γενική νοικοκυρεμένου νοικοκυρεμένης νοικοκυρεμένου
αιτιατική νοικοκυρεμένο νοικοκυρεμένη νοικοκυρεμένο
κλητική νοικοκυρεμένε νοικοκυρεμένη νοικοκυρεμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νοικοκυρεμένοι νοικοκυρεμένες νοικοκυρεμένα
γενική νοικοκυρεμένων νοικοκυρεμένων νοικοκυρεμένων
αιτιατική νοικοκυρεμένους νοικοκυρεμένες νοικοκυρεμένα
κλητική νοικοκυρεμένοι νοικοκυρεμένες νοικοκυρεμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νοικοκυρεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος νοικοκυρεύομαι

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ni.kɔ.ci.ɾɛ.ˈmɛ.nɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ni.kɔ.ci.ɾɛ.ˈmɛ.ni/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ni.kɔ.ci.ɾɛ.ˈmɛ.nɔ/ ουδέτερο

Μετοχή[επεξεργασία]

νοικοκυρεμένος, -η, -ο

  1. που έχει συγυριστεί και τακτοποιηθεί
  2. που έχει τάξη και οργάνωση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]