Μετάβαση στο περιεχόμενο

τακτική

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τακτική οι τακτικές
      γενική της τακτικής των τακτικών
    αιτιατική την τακτική τις τακτικές
     κλητική τακτική τακτικές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τακτική < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τακτική, θηλυκό του τακτικός < τάσσω (& σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική tactique)[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ta.ktiˈci/
τυπογραφικός συλλαβισμός : τα‐κτι‐κή
ομόηχο: τακτικοί

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τακτική θηλυκό

  1. συντονισμένες (και προσχεδιασμένες) ενέργειες που αποσκοπούν στην επίτευξη κάποιου στόχου
    ※  Αυτός ήταν μαξιμαλιστής: ενώ η διαφωνία περί τακτικής είχε επικεντρωθεί στο πότε και πώς θα γινόταν κατάληψη του πανεπιστημίου, εκείνος δήλωσε ουρλιάζοντας ότι αυτή ήταν ημίμετρο, μόνο για «δειλούς» (sissies) ή «λακέδες» (lackeys) του Συστήματος. (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης: Προσωπική μυθιστορία, εκδ. Ίκαρος, 2018)
  2. (στρατιωτικός όρος) συντονισμένες κινήσεις στρατιωτικών δυνάμεων, ελιγμοί και μέθοδοι που χρησιμοποιούνται σε μια μάχη

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

τακτική

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

→ ζητούμενο λήμμα