ατακτοποίητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατακτοποίητος < α- στερητ. + τακτοποιώ

Επίθετο[επεξεργασία]

ατακτοποίητος

  1. (για πρόσ.) που δεν έχει τακτοποιηθεί ακόμα σε κάποια θέση
  2. ακατάστατος, ασυγύριστος
    πρέπει να γίνουν πολλές δουλειές στο σπίτι, αφού είναι εντελώς ατακτοποίητο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]