αφρώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αφρώδης αφρώδης αφρώδες
γενική αφρώδους αφρώδους αφρώδους
αιτιατική αφρώδη αφρώδη αφρώδες
κλητική αφρώδη(ς) αφρώδης αφρώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αφρώδεις αφρώδεις αφρώδη
γενική αφρωδών αφρωδών αφρωδών
αιτιατική αφρώδεις αφρώδεις αφρώδη
κλητική αφρώδεις αφρώδεις αφρώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αφρώδης < αφρός + -ώδης

Open book 01.svg Επίθετο[]

αφρώδης, -ης, -ες

  1. (για κρασιά) που αφρίζει όταν ανοίγεται
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σαμπανιζέ


32πχ Μεταφράσεις[]