ομοιότητα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ομοιότητα < αρχαία ελληνική ὀμοιότης
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /o.miˈo.ti.ta/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ομοιότητα θηλυκό
- η ιδιότητα αυτού που είναι όμοιος με κάποιον/κάτι άλλο, η ιδιότητα που έχουν δύο άτομα ή αντικείμενα να μοιάζουν μεταξύ τους
η ομοιότητα αυτού του ανθρώπου με τον πατέρα σου είναι εκπληκτική- ※ Αν με τον όρο «αυθαιρεσία» χαρακτηρίσουμε την ιδιότητα των περισσοτέρων γλωσσικών σημείων να μην εξαρτούν την ερμηνεία τους από την ομοιότητά τους με τα αντικείμενα αναφοράς τους, και αν με το όρο «μεταθετότητα» χαρακτηρίσουμε την ιδιότητα των περισσότερων γλωσσικών σημείων να μην εξαρτούν την ερμηνεία τους από τη χωροχρονική και αιτιακή τους συνάφεια με τα αντικείμενα αναφοράς τους, τότε ο συνδυασμός των χαρακτηριστικών της αυθαιρετότητας και της μεταθετότητας μας αποδίδει τα χαρακτηριστικά που κατά τον Peirce ... (Αναστάσιος-Φοίβος Χρηστίδης, Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: από τις αρχές έως την Ύστερη Αρχαιότητα, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών Μανόλη Τριανταφυλλίδη, 2001, σελ. 81)
- ένα χαρακτηριστικό που είναι όμοιο σε δύο διαφορετικούς ανθρώπους ή πράγματα
το DNA του χοίρου παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με αυτό του ανθρώπου
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ομοιότητα