Μετάβαση στο περιεχόμενο

μοιάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μοιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μοιάζω < αρχαία ελληνική ὁμοιάζω με αποβολή του αρχικού φωνήεντος[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈmɲa.zo/

μοιάζω

  1. έχω κοινά χαρακτηριστικά με κάποιον ή κάτι
      Είπαμε ότι εξωτερικά δε μοιάζουμε. Αν καθίσω όμως να γράψω σε πόσα πράγματα μοιάζουμε, δε θα μας φτάσουν οοόλες οι σελίδες από εκατοντάφυλλο τετράδιο – που ακόμη δεν έχω , γιατί πάω στην Δ΄ δημοτικού, αλλά τα βλέπω στο βιβλιοπωλείο και πολύ μου αρέσουν. Για να μην ξοδεύω τις σελίδες του εικοσάφυλλού μου λοιπόν, ορίστε μερικά μονάχα από τα πολλά που αρέσουν και στους δυο μας. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
     συνώνυμα: φέρνω
    στα μάτια μοιάζει στον πατέρα του
  2. προκαλώ την εντύπωση ότι είμαι κάτι που δεν είμαι
    σου μοιάζω για ανόητη, αλλά δεν είμαι
  3. (γ΄ενικό) μοιάζει να... : δίνει την εντύπωση, φαίνεται να...
     συνώνυμα: δείχνει
    μοιάζει να ξέρει πολλά, αλλά δε μιλάει

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • δε σου έμοιασα/μοιάζω : είμαι ανώτερος από εσένα
  • δεν του μοιάζει ούτε στο μικρό του δαχτυλάκι : αποδεικνύεται ότι είναι κατώτερος από τον πρόγονό του
  • μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερό : έχουν υπερβολική ομοιότητα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]