Μετάβαση στο περιεχόμενο

look

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: löök, Look

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
look < (κληρονομημένο) μέση αγγλική loken, lokien < αγγλοσαξονική lōcian (βλέπω, κοιτάζω, κατασκοπεύω) < δυτική πρωτογερμανική *lokjan (πηγή επίσης των: παλαιά σαξονική lōkōn (βλέπω, κοιτάζω, κατασκοπεύω), μέση ολλανδική loeken (κοιτάζω), παλαιά άνω γερμανική luogen και γερμανική lugen (κοιτάζω)) < άγνωστης ετυμολογίας[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /lʊk/
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: look

Επιφώνημα

[επεξεργασία]

look (en)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • ως επιφώνημα θεωρείται δυνατός δείκτης λόγου, οπότε πρέπει να χρησιμοποιείται προσεκτικά ανάλογα με την περίσταση, ιδίως σε επίσημο λόγο (ιεραρχία=στη δουλειά, κλπ.). Αντιθέτως, σε ανεπίσημες περιστάσεις είναι χρηστικό (στον κοινόλεκτο), ειδικά για να εκφραστεί αγανάκτηση.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
look looks

look (en)

  1. (συνήθως ενικός) το κοίταγμα, η ματιά, η πράξη του κοιτάζω (μαρτυρείται από τον 13ο αιώνα[2] ή από τις αρχές του 14ου αιώνα[1])
    παράδειγμα  With one simple look I understood what kind of person he is.
    Με ένα απλό κοίταγμα κατάλαβα τι άνθρωπος είναι.
    παράδειγμα  They exchanged looks.
    Άλλαξαν ματιές.
    παράδειγμα  Allow me to have one last look at the book.
    Επιτρέψτε μου να ρίξω μια τελευταία ματιά στο βιβλίο.
    παράδειγμα  It’s an interesting place; do you want to take a look around?
    Είναι ένα ενδιαφέρον μέρος· θέλεις να ρίξεις μια ματιά στο μέρος;
    παράδειγμα  I took a look around me.
    Έριξα μια ματιά γύρω μου.
     συνώνυμα:  gaze, glare, glance, glimpse, peek, peep, scowl και stare
  2. (συνήθως ενικός) το ψάξιμο, η πράξη του ψάχνω για κάτι
    παράδειγμα  I had a good look for it, but I can’t find it.
    Το έψαξα καλά, αλλά δεν μπορώ να το βρω.
  3. (συνήθως ενικός) η ματιά, η πράξη του εξετάζω προσεκτικά ένα πρόβλημα ή μια κατάσταση
    παράδειγμα  I gave the figures a quick look.
    Έριξα μια γρήγορη ματιά στα στοιχεία.
    παράδειγμα  When you have time, take a look at this folder.
    Όταν έχεις χρόνο, ρίξε μια ματιά σ' αυτό το φάκελο.
  4. το βλέμμα, η ματιά, η όψη, το ύφος, η έκφραση των ματιών ή του προσώπου μου (μαρτυρείται από τον 14ο αιώνα)[1]
    παράδειγμα  with a look of horror/astonishment - μ' ένα βλέμμα φρίκης/κατάπληξης
    παράδειγμα  with a vacant look - μ' ένα άδειο βλέμμα
    παράδειγμα  I give someone a loving look.
    Ρίχνω σε κάποιον μια ματιά γεμάτη αγάπη.
    παράδειγμα  He has a happy/tired/sad look.
    Έχει ευτυχισμένη/κουρασμένη/θλιμμένη όψη.
    παράδειγμα  He had a forlorn look.
    Πήρε ένα δυστυχισμένο ύφος.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη expression
  5. η όψη, η εμφάνιση, το ύφος, η ενδυμασία και γενικά η εξωτερική εικόνα κάποιου (μαρτυρείται από τη δεκαετία του 1560)[1]
    παράδειγμα  I give something a new look.
    Δίνω καινούργια όψη σε κάτι.
    παράδειγμα  a flashy, over-the-top look - φανταχτερή, υπερβολική εμφάνιση
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη appearance
  6. (μόνο πληθυντικός) τα φαινόμενα, η εμφάνιση, η ελκυστικότητα κάποιου
    παράδειγμα  You must not judge by looks.
    Δεν πρέπει να κρίνεις από τα φαινόμενα.
    παράδειγμα  Looks are deceiving.
    Τα φαινόμενα απατούν.
    παράδειγμα  I judge something by its looks.
    Κρίνω κάτι από την εμφάνιση.
    παράδειγμα  From the looks of it you would never guess she was 70 years old.
    Από την εμφάνιση της δεν θα φανταζόσουν ποτέ ότι είναι 70 χρονών.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη appearance

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
ενεστώτας look
γ΄ ενικό ενεστώτα looks
αόριστος looked
παθητική μετοχή looked
ενεργητική μετοχή looking

look (en)

  1. (αμετάβατο) κοιτάζω, στρέφω τα μάτια μου προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση
    παράδειγμα  Look at me!
    Κοίταξέ με!
    παράδειγμα  I happened to be looking elsewhere.
    Έτυχε να κοιτάζω αλλού.
    παράδειγμα  She looked at herself in the mirror.
    Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
  2. (αμετάβατο) ψάχνω, αναζητώ, ζητάω, γυρεύω, ερευνώ κάποιο μέρος για να βρω κάτι
    παράδειγμα  What are you looking for?
    Τι ψάχνεις;
    παράδειγμα  Who are you looking for?
    (Για) ποιον ψάχνεις;
    παράδειγμα  The police are looking for the robbers.
    Η αστυνομία ψάχνει για τους ληστές.
    παράδειγμα  I looked all over the house, but I still couldn't find my keys.
    Έψαξα σ' όλο το σπίτι, αλλά και πάλι δεν μπορούσα να βρω τα κλειδιά μου.
    παράδειγμα  I have been looking for you for weeks now.
    Βδομάδες τώρα σε αναζητώ.
    παράδειγμα  I looked everywhere for him, but I didn’t find him.
    Τον αναζήτησα παντού, αλλά δεν τον βρήκα.
    παράδειγμα  I’m looking for my brother.
    Ζητώ τον αδερφό μου.
    παράδειγμα  I’m looking for my glasses and I’m not finding them.
    Γυρεύω τα γυαλιά μου και δεν τα βρίσκω.
  3. (μεταβατικό και αμετάβατο) κοιτάζω, προσέχω κάτι
    παράδειγμα  Look at the time! We're going to be late.
    Κοίτα τι ώρα πήγε! Θα αργήσουμε.
    παράδειγμα  Look where you’re going!
    Κοίτα πού πας!
  4. φαίνομαι
    παράδειγμα  He looks like/He looks to be an honest man.
    Φαίνεται τίμιος άνθρωπος.
    παράδειγμα  The plan looks ridiculous to me.
    Το σχέδιο μου φαίνεται γελοίο.
    παράδειγμα  Your plan looks interesting.
    Το σχέδιο σου φαίνεται ενδιαφέρον.
    παράδειγμα  Everything looked good until…
    Όλα φαίνονταν καλά ώσπου…
    παράδειγμα  How does the idea/suggestion look to you?
    Πώς σου φαίνεται η ιδέα/η πρόταση;
    παράδειγμα  It looks all right.
    Φαίνεται εντάξει.
    παράδειγμα  That book looks interesting./That looks like an interesting book.
    Αυτό το βιβλίο φαίνεται ενδιαφέρον.
    παράδειγμα  It doesn’t look like that much fun to me.
    Εμένα δε μου φαίνεται και τόσο διασκεδαστικό.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη seem
  5. (αμετάβατο, όχι συνήθως στα continuous tenses) μοιάζω, φαίνομαι, δείχνω, έχω μια ιδιαίτερη εμφάνιση
    παράδειγμα  They look alike./They look like each other.
    Μοιάζουν μεταξύ τους.
    παράδειγμα  She looks like her mother.
    Μοιάζει με τη μητέρα της./Μοιάζει της μητέρα της.
    παράδειγμα  It looks like salt but it isn’t.
    Μοιάζει με αλάτι αλλά δεν είναι.
    παράδειγμα  It looks like mine.
    Μοιάζει με το δικό μου.
    παράδειγμα  She is forty but she doesn’t look (like) it.
    Είναι σαράντα αλλά δεν της φαίνεται.
    παράδειγμα  It looks as though you slept badly.
    Φαίνεται να κοιμήθηκες άσχημα.
    παράδειγμα  It looks like sugar to me.
    Σα ζάχαρη μου φαίνεται.
    παράδειγμα  He looks ten years younger than me.
    Δείχνει δέκα χρόνια μικρότερός μου.
    παράδειγμα  That hat makes you look different.
    Αυτό το καπέλο σε αλλάζει.
  6. (αμετάβατο) φαίνεται ότι, σαν (να), φαίνεται πιθανό να συμβεί ή να είναι αλήθεια
    παράδειγμα  It looks like we will have rain.
    Φαίνεται ότι θα έχουμε βροχή.
    παράδειγμα  It looks as if I’m mistaken.
    Φαίνεται ότι κάνω λάθος.
    παράδειγμα  It looks as though it’s going to snow.
    Σαν να το πάει για χιόνι.
    παράδειγμα  It looks like you’re right.
    Σαν να έχεις δίκιο.
    παράδειγμα  It looks to me like you’re saying too much.
    Σαν πολλά δε μας τα λες.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη seem
  7. (αμετάβατο + επίρρημα/πρόθεση) βλέπω σε κάτι, αντικρίζω προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση
    παράδειγμα  My room looks onto the park.
    Το δωμάτιό μου βλέπει στο πάρκο.
    παράδειγμα  The windows look out over the garden.
    Το παράθυρα βλέπουν στον κήπο.
    παράδειγμα  My room looks south.
    Το δωμάτιό μου βλέπει νότια.
    παράδειγμα  Which way is your house looking?
    Προς τα πού βλέπει το σπίτι σας;
    παράδειγμα  Our house looks out over the sea.
    Το σπίτι μας αντικρίζει τη θάλασσα.
     συνώνυμα: face

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

περαιτέρω:

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • σε μια πρόταση, το ρήμα «look» δεν είναι δυνατό να το ακολουθεί το «if» ή το «whether». Αντί του «look» χρησιμοποιείται το ρήμα «see»:
    παράδειγμα  Could you look if this is available online? ×
    παράδειγμα  Could you see if this is available online?
    Μπορείς να δεις εάν αυτό διατίθεται διαδικτυακά;

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 3 4 look - Douglas Harper, Online Etymology Dictionary (Διαδικτυακό ετυμολογικό λεξικό) etymonline.com (αγγλικά, από το 2001)
  2. look - Merriam–Webster Online Dictionary (μονόγλωσσο λεξικό, αγγλικά, από το 1828)