βλέμμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βλέμμα βλέμματα
γενική βλέμματος βλεμμάτων
αιτιατική βλέμμα βλέμματα
κλητική βλέμμα βλέμματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βλέμμα < αρχαία ελληνική βλέμμα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvlɛ.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βλέμμα ουδέτερο

  1. η στροφή των ματιών σε κάποιον ή κάτι, η ματιά
    έριξε το βλέμμα προς το μέρος της και την είδε να χαμογελά
  2. ο τρόπος που κοιτάζω κάποιον ή κάτι και η εντύπωση που προκαλώ
    το βλέμμα σου μου φαίνεται αδιάφορο και ψυχρό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]