βλέμμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | βλέμμα | τα | βλέμματα |
| γενική | του | βλέμματος | των | βλεμμάτων |
| αιτιατική | το | βλέμμα | τα | βλέμματα |
| κλητική | βλέμμα | βλέμματα | ||
| Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βλέμμα < αρχαία ελληνική βλέμμα
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βλέμμα ουδέτερο
- η στροφή των ματιών σε κάποιον ή κάτι, η ματιά
- έριξε το βλέμμα προς το μέρος της και την είδε να χαμογελά
- ※ Υπολόγισα πως η Πέρσα θα κόντευε πλέον τα είκοσι. Ίσως και να τα είχε πατήσει. Οι συνομήλικές της θα πήγαιναν στις σχολές τους ή θα δούλευαν πωλήτριες, θα έβγαιναν τα βράδια σε κλαμπ ή σε τσιπουράδικα. Ερχόταν άραγε πια καμιά κολλητή της να τη δει; Ή την είχαν όλοι της οι φίλοι ξεχάσει, κι όποτε χάζευαν νοσταλγικά φωτογραφίες από τους σχολικούς χορούς και από την πενταήμερη εκδρομή τους, απέστρεφαν ενστικτωδώς το βλέμμα τους από εκείνην;
- ⌘ Χρήστος Χωμενίδης, Νεαρό άσπρο ελάφι, αρχική δημοσίευση: (2016), εκδόσεις: Πατάκη, ISBN 9789601667744, @google.gr/books
- ο τρόπος που κοιτάζω κάποιον ή κάτι και η εντύπωση που προκαλώ
- το βλέμμα σου μου φαίνεται αδιάφορο και ψυχρό
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] η στροφή των ματιών σε κάποιον ή κάτι
|
Πηγές
[επεξεργασία]- βλέμμα - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- βλέμμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- βλέμμα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'κύμα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)