regard

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
regard regards

regard (fr) αρσενικό

  1. βλέμμα
  2. άνοιγμα (π.χ. σε σωληνώσεις, υπόγειο, υπονόμους, φούρνο) που επιτρέπει τον έλεγχο καλής λειτουργίας και, ενδεχομένως, την επισκευή