regard

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
regard regards

regard (fr) αρσενικό

  1. βλέμμα
  2. άνοιγμα (π.χ. σε σωληνώσεις, υπόγειο, υπονόμους, φούρνο) που επιτρέπει τον έλεγχο καλής λειτουργίας και, ενδεχομένως, την επισκευή