Μετάβαση στο περιεχόμενο

στροφή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η στροφή οι στροφές
      γενική της στροφής των στροφών
    αιτιατική τη στροφή τις στροφές
     κλητική στροφή στροφές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στροφή < αρχαία ελληνική στροφή
Μια απότομη στροφή στο δρόμο. (σημασία 3)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /stɾoˈfi/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

στροφή θηλυκό

  1. η αλλαγή πορείας
  2. η αλλαγή στάσης, απόψεων και συμπεριφοράς
  3. η καμπή του δρόμου
  4. (ναυτιλία) η αλλαγή πορείας του σκάφους προς τα δεξιά ή τα αριστερά με χειρισμό του πηδαλίου
  5. η περιστροφή
    η μπαλαρίνα έκανε δυο στροφές γύρω από τον εαυτό της
  6. (ποίηση) ομάδα στίχων που χωρίζεται από τους υπόλοιπους με κενή γραμμή
      Εδώ θέλουμε να παίξουμε αληθινή μουσική. ΟΚ, τζαμάρουμε απλώς πάνω στον τόνο. Απλά πράγματα. Εισαγωγή, ντο, μι, φα, σολ, ρεφρέν σε δύο χρόνους, και μετά ρε μινόρε, φα, ντο για δύο μέτρα, επανάληψη ρεφρέν με μια συγχορδία σολ για να μπούμε στη στροφή. (Σόφι Κινσέλλα, Αναζητώντας την Όντρεϋ: Finding Audrey, 2016)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • το μυαλό του / της παίρνει στροφές : αντιλαμβάνεται εύκολα
  • στροφή 180 μοιρών: (μεταφορικά) η ολοκληρωτική αλλαγή στάσης / άποψης πάνω σε ένα θέμα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

στροφή < στρέφω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

στροφή θηλυκό

  1. η ενέργεια του στρέφω
  2. ελιγμός
  3. (μεταφορικά) πανουργία