Μετάβαση στο περιεχόμενο

virage

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
virage virages

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

virage (fr) αρσενικό

  1. η στροφή
  2. το βιράζ