πηδάλιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Πηδάλιο

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πηδάλιο (1)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πηδάλιο πηδάλια
γενική πηδαλίου πηδαλίων
αιτιατική πηδάλιο πηδάλια
κλητική πηδάλιο πηδάλια
ένα πηδάλιο (2), το οποίο διακρίνεται (εδώ) μπροστά από την προπέλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πηδάλιο < αρχαία ελληνική πηδάλιον (φαρδύ κουπί το οποίο χρησιμοποιούσαν για να κατευθύνουν το πλοίο) < *πήδ-α-λον < πηδόν

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pi.ˈða.li.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πηδάλιο ουδέτερο

  1. το τιμόνι πλοίου
  2. (ναυτικός όρος) κινητό όργανο που βρίσκεται στο πίσω μέρος του πλοίου, κάτω από το νερό. Ελέγχει και τηρεί τη διεύθυνση του πλοίου και την πραγματοποίηση ελιγμών
    • (κατ’ επέκταση) όλα τα όργανα που εξυπηρετούν στον έλεγχο του σκάφους
  3. μέρος του μηχανισμού των ρολογιών, με το οποίο αυξάνεται ή μειώνεται το μήκος του σπειροειδούς ελατηρίου τους
  4. (μεταφορικά) η διακυβέρνηση, η διοίκηση, ο έλεγχος ενός κράτους, ενός οργανισμού, μιας εταιρείας κ.λπ.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]