τιμόνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τιμόνι τιμόνια
γενική τιμονιού τιμονιών
αιτιατική τιμόνι τιμόνια
κλητική τιμόνι τιμόνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τιμόνι < μεσαιωνική ελληνική τιμόνι(ν) < βενετική timon (οιακοστρόφιο πλοίου, πηδάλιο αεροσκάφους) < δημώδης λατινική timonem, αιτιατική του timo < λατινική temo

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ti.ˈmɔ.ni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τιμόνι ουδέτερο

  • (μηχανολογία) όργανο του συστήματος διεύθυνσης των μεταφορικών μέσων, (εκτός ειδικών οχημάτων σκαπτικών, ερπυστριοφόρων, τρένων, τραμ και τελεφερίκ) το οποίο χειρίζεται ο οδηγός σε κάθε αλλαγή κατεύθυνσης ή διατήρηση αυτής
  • (μεταφορικά) η εξουσία, η διοίκηση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]