περιστροφή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- περιστροφή < αρχαία ελληνική περιστροφή < περί + στροφή
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pe.ɾi.stɾoˈfi/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]περιστροφή θηλυκό
- η στροφή ενός σώματος γύρω από τον εαυτό του
η γη ολοκληρώνει μία πλήρη περιστροφή γύρω από τον άξονά της σε 24 ώρες- ※ Ορισμένοι λίθοι με κοιλότητες που βρέθηκαν στη Δυτική Οικία ερμηνεύονται ως εργαλεία για τη στήριξη του άξονα του τοξοτρύπανου. Οι ολιγάριθμοι όμως οπείς από οψιανό της Δυτικής Οικίας δεν αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά συμπαγή λίθινα τέρετρα που εξόπλιζαν τα τρυπάνια ταχείας περιστροφής (τοξοτρύπανα ή τρυπάνια με ιμάντα), με τα οποία προτείνεται ότι σχετίζονται αυτοί οι λίθοι. (Αντίκλεια Μουνδρέα-Αγραφιώτη, Ακρωτήρι Θήρας: δυτική οικία : τράπεζες, λίθινα, μετάλλινα, ποικίλα, 2007, σελ. 172)
- η κίνηση ενός σώματος γύρω από ένα άλλο
η γη ολοκληρώνει μία πλήρη περιστροφή γύρω από τον ήλιο σε ένα έτος
- η περιστροφική αναδιαρρύθμιση και το παγίωμα σε νέα θέση
περιστροφή κειμένου*
- (στον πληθυντικό) η προσπάθεια να αποφύγεις να μιλήσεις ευθέως για το θέμα υπό συζήτηση
απάντησέ μου χωρίς περιστροφές
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τις λέξεις περιστρέφω, περί και στρέφω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] περιστροφή
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)