spin

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
spin spins

spin (en)

  1. ιδιοστροφορμή
  2. στροβιλισμός γύρω από άξονα
ενεστώτας spin
γ΄ ενικό ενεστώτα spins
αόριστος spun
παθητική μετοχή spun
ενεργητική μετοχή spinning
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

spin (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) περιστρέφω, γυρίζω πολλές φορές γρήγορα· κάνω κάτι να το κάνει αυτό
    He spun the top.
    Περίστρεψε την σβούρα.
    The dancers spun (around) quickly to the beat of the music.
    Οι χορευτές περιστρέφονταν γρήγορα στο ρυθμό της μουσικής.
     συνώνυμα: turn
  2. (μεταβατικό & αμετάβατο, spin (κάποιον) round/around) περιστρέφω, γυρίζω, γρήγορα μια φορά· κάνω κάποιον να το κάνει αυτό
    He spun around in his chair.
    Περιστράφηκα στην πολυθρόνα του.
    Spin around and look at me.
    Γύρισε και κοίταξέ με.
    The car skidded and spun around in the opposite direction.
    Το αυτοκίνητο ντεραπάρησε και γύρισε προς την αντίθετη κατεύθυνση.
     συνώνυμα: turn
  3. (μεταβατικό και αμετάβατο) κλώθω, γνέθω, κάνω νήμα
    I am spinning the wool to make it into yarn.
    Γνέθω το μαλλί για να το κάνω νήμα.
  4. (μεταβατικό) υφαίνω
    spiders spinning their web - αράχνες που υφαίνουν τον ιστό τους
    silkworms spinning cocoons - μεταξοσκώληκες που υφαίνουν κουκούλι
  5. (ιδιωματισμός) γυρίζει το κεφάλι
    My head is spinning.
    Γυρίζει το κεφάλι μου.
     συνώνυμα: swim
  6. ερμηνεύω κάτι προς το συμφέρον μου, διαστρεβλώνω
  7. σχηματίζω πήλινο ή τορνευτό αντικείμενο