spin

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
spin spins

spin (en)

  1. ιδιοστροφορμή
  2. στροβιλισμός γύρω από άξονα

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας spin
γ΄ ενικό ενεστώτα spins
αόριστος spun
παθητική μετοχή spun
ενεργητική μετοχή spinning
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

spin (en)