swim

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
swim swims

swim (en)

  • η κολύμβηση
    You up for a morning swim? I want to get to the beach before the midday crowd arrives
    Είσαι για μια βουτιά; Θέλω να πάω στην παραλία πριν καταφθάσουν τα μεσημεριανά πλήθη

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας swim
γ΄ ενικό ενεστώτα swims
αόριστος swam
παθητική μετοχή swum
ενεργητική μετοχή swimming
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

swim (en)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]