στρόφαλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στρόφαλος στρόφαλοι
γενική στροφάλου στροφάλων
αιτιατική στρόφαλο στροφάλους
κλητική στρόφαλε στρόφαλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρόφαλος < στρέφω
με κόκκινο χρώμα ο στρόφαλος (στροφαλοφόρος άξονας)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρόφαλος αρσενικό

  1. εξάρτημα ή τμήμα εξαρτήματος που μετατρέπει την ευθύγραμμη παλινδρομική κίνηση σε κυκλική ή το αντίστροφο
  2. εξάρτημα ενός κινητήρα εσωτερικής καύσης που μετατρέπει την ευθύγραμμη παλιδρομική κίνηση του εμβόλου (πιστονιού) σε κυκλική
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: στροφαλοφόρος άξονας


Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]