coup d'œil

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

coup d'œilδείτε τις λέξεις: coup και œil

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
coup d'œil coups d'œil

coup d'œil (fr) αρσενικό

  1. το βλέμμα, η ματιά