coup

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

coup (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

coup 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
coup coups

coup (fr) αρσενικό

  1. το χτύπημα
  2. η εκπυρσοκρότηση
    coup de canon - κανονιοβολισμός
    coup de feu - πυροβολισμός
  3. απότομη κίνηση ανθρώπου ή ζώου, χτύπημα χωρίς σκοπό να πληγωθεί κάποιος
    coup d'aile - φτερούγισμα
    coup de genou - κίνηση/χτύπημα με το γόνατο
  4. κάτι που συμβαίνει ξαφνικά αλλά τυχαία
    coup de chance - ξαφνική τύχη

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

σχετικές με την έννοια χτύπημα[επεξεργασία]
σχετικές με την έννοια ξαφνική τύχη[επεξεργασία]
άλλες έννοιες[επεξεργασία]