coo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

coo (en)

  • (αργκό) Ανεπίσημη παραλλαγή του cool.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

coo (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

coo (en)

  1. Γουργουρίζω (συνήθως όπως το περιστέρι).
  2. Μιλώ στοργικά, ερωτικά ή επαινετικά.