κατόπιν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατόπιν < αρχαία ελληνική κατόπιν

Επίρρημα[επεξεργασία]

κατόπιν

  1. μετά, ύστερα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατόπιν < → λείπει η ετυμολογία

Επίρρημα[επεξεργασία]

κατόπιν

  1. κατόπιν