προτροπή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προτροπή οι προτροπές
      γενική της προτροπής των προτροπών
    αιτιατική την προτροπή τις προτροπές
     κλητική προτροπή προτροπές
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Προτροπή (prompt) και αναμονή για εντολή σε ένα BBC Micro 32K

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προτροπή < αρχαία ελληνική προτροπή < προτρέπω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προτροπή θηλυκό

  1. η παρακίνηση με λόγια, συμβουλές, κίνητρα κλπ
  2. (πληροφορική) στην διεπαφή γραμμής εντολής η αναμονή για πληκτρολόγηση εντολής σε λειτουργικό σύστημα ή άλλο πρόγραμμα[1]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «Εισαγωγή στα λειτουργικά συστήματα», σελ. 29 από kallipos.gr. πρόσβαση:26/09/2019