Μετάβαση στο περιεχόμενο

look through

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας look through
γ΄ ενικό ενεστώτα looks through
αόριστος looked through
παθητική μετοχή looked through
ενεργητική μετοχή looking through

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
look through <  δείτε τις λέξεις look και through

look through (en)

  • περνάω, εξετάζω ή διαβάζω κάτι
    παράδειγμα  I look carefully through a bill.
    Περνάω ένα λογαριασμό προσεχτικά.
    παράδειγμα  I will look through my notes again before the exams.
    Θα περάσω πάλι τις σημειώσεις μου πριν από της εξετάσεις.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη examine