peer

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

peer (en)

  1. κάποιος που βρίσκεται στο ίδιο κοινωνικό ή επαγγελματικό επίπεδο με άλλους
  2. ευγενής με κληρονομικό τίτλο



Αφρικάανς (af) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

peer (af)



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

peer 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

peer (nl)