ακανθώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἀκανθώδης

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακανθώδης ακανθώδης ακανθώδες
γενική ακανθώδους ακανθώδους ακανθώδους
αιτιατική ακανθώδη ακανθώδη ακανθώδες
κλητική ακανθώδη(ς) ακανθώδης ακανθώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακανθώδεις ακανθώδεις ακανθώδη
γενική ακανθωδών ακανθωδών ακανθωδών
αιτιατική ακανθώδεις ακανθώδεις ακανθώδη
κλητική ακανθώδεις ακανθώδεις ακανθώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακανθώδης < αρχαία ελληνική ἀκανθώδης < ἄκανθα < ἀκή (3. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική épineux) + -ώδης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.kan.ˈθɔ.ðis/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακανθώδης -ης -ες

  1. (λόγιο) που έχει αγκάθια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αγκαθωτός, αγκάθινος, αγκαθερός
    ακανθώδης θάμνος
  2. που μοιάζει με αγκάθι
    οι ακανθώδεις αποφύσεις των οσφυϊκών σπονδύλων
  3. (μεταφορικά) που είναι δύσκολος στην αντιμετώπισή του
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: δυσεπίλυτος, δύσκολος, περίπλοκος
    το ασφαλιστικό είναι ένα ακανθώδες ζήτημα για κάθε κυβέρνηση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]