ελώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ελώδης ελώδης ελώδες
γενική ελώδους ελώδους ελώδους
αιτιατική ελώδη ελώδη ελώδες
κλητική ελώδη(ς) ελώδης ελώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ελώδεις ελώδεις ελώδη
γενική ελωδών ελωδών ελωδών
αιτιατική ελώδεις ελώδεις ελώδη
κλητική ελώδεις ελώδεις ελώδη

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελώδης < έλος + -ώδης

Επίθετο[επεξεργασία]

ελώδης, -ης, -ες

  • (για περιοχή) που καλύπτεται από έλη


Μεταφράσεις[επεξεργασία]