agonizing

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

agonizing (en)

  1. αγωνιώδης

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

agonizing (en)

  • γερούνδιο του ρήματος agonize