Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγχωτικός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀγχωτικός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγχωτικός η αγχωτική το αγχωτικό
      γενική του αγχωτικού της αγχωτικής του αγχωτικού
    αιτιατική τον αγχωτικό την αγχωτική το αγχωτικό
     κλητική αγχωτικέ αγχωτική αγχωτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγχωτικοί οι αγχωτικές τα αγχωτικά
      γενική των αγχωτικών των αγχωτικών των αγχωτικών
    αιτιατική τους αγχωτικούς τις αγχωτικές τα αγχωτικά
     κλητική αγχωτικοί αγχωτικές αγχωτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγχωτικός < αγχώ(νω) + -τικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική angoissé[1], angoisseux και anxieux[2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aŋ.xo.tiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγχωτικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

αγχωτικός, -ή, -ό

  1. που καταλαμβάνεται εύκολα από άγχος, αγχώδης
    χρειάζεται παράθεμα
  2. που προκαλεί άγχος
    χρειάζεται παράθεμα
  3. (για πρόσωπα) συνώνυμο του αγχώδης
    χρειάζεται παράθεμα

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αγχωτικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. αγχωτικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)