αγωνιώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγωνιώ < αρχαία ελληνική ἀγωνιάω, -ῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αγωνιώ (μόνο στους εξακολουθητικούς χρόνους)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. αγωνιώ αγωνιούσα θα αγωνιώ να αγωνιώ αγωνιώντας
β' ενικ. αγωνιάς αγωνιούσες θα αγωνιάς να αγωνιάς
γ' ενικ. αγωνιά αγωνιούσε θα αγωνιά να αγωνιά
α' πληθ. αγωνιούμε αγωνιούσαμε θα αγωνιούμε να αγωνιούμε
β' πληθ. αγωνιάτε αγωνιούσατε θα αγωνιάτε να αγωνιάτε αγωνιάτε
γ' πληθ. αγωνιούν αγωνιούσαν θα αγωνιούν να αγωνιούν

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]