care

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
care cares

care (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας care
γ΄ ενικό ενεστώτα cares
αόριστος cared
παθητική μετοχή cared
ενεργητική μετοχή caring

care (en)

  • νοιάζομαι, νοιάζει
    The only thing she cares about is her bird.
    Το μόνο πράγμα για το οποίο νοιάζεται (που τη νοιάζει) είναι το πουλί της.
    This is the only thing that he cares about.
    Αυτό είναι το μόνο που τον νοιάζει.
     συνώνυμα: concern oneself with, mind

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]