mind
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| mind | minds |
mind (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) ο νους, η διάνοια, το μέρος ενός ανθρώπου που τον κάνει ικανό να έχει επίγνωση, να σκέφτεται και να αισθάνεται
- το μυαλό, το πνεύμα, η διάνοια, άτομο που είναι πολύ έξυπνο
She has one of the best minds of her time.
- Έχει ένα από τα καλύτερα μυαλά της εποχής.
He was one of the leading minds of the Reformation.
- Ήταν ένα από τα ηγετικά πνεύματα της Μεταρρύθμισης.
The greatest minds of our time.
- Οι διάνοιες της εποχής μας.
- το μυαλό, ο νους, σκέψεις, ενδιαφέροντα κτλ.
His mind is somewhere else/is on something else.
- Έχει το μυαλό του αλλού.
Where is your mind wandering?
- Πού γυρίζει ο νους σου;
Her mind is not on work.
- Δεν έχει νου για δουλειά.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | mind |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | minds |
| αόριστος | minded |
| παθητική μετοχή | minded |
| ενεργητική μετοχή | minding |
mind (en)
- (αμετάβατο) με πειράζει, με ενοχλεί, έχω πρόβλημα
I don’t mind the cold/the heat.
- Δε με πειράζει το κρύο/η ζέστη.
Would you mind if I refuse?
- Θα σε πείραζε να αρνηθώ;
No, I don’t mind at all.
- Όχι δε με πειράζει καθόλου.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) με πειράζει, χρησιμοποιείται για να ζητήσει άδεια να κάνει κάτι ή να ζητήσει από κάποιον με ευγενικό τρόπο να κάνει κάτι
Do you mind coming a little later?
- Σε πειράζει να έρθεις λίγο αργότερα;
Do you mind me/my coming a little later?/Do you mind if I come a little later?
- Σε πειράζει να έρθω λίγο αργότερα;
Do you mind if I kiss you?
- Πειράζει να σε φιλήσω;
- → δείτε την έκφραση do you mind
- (μεταβατικό & αμετάβατο, χωρίς παθητική φωνή, μόνο αρνητικά) δε με ενδιαφέρει, δε με νοιάζει
I don’t mind whether you come or not.
- Δε με ενδιαφέρει έρθεις δεν έρθεις.
I don’t mind the price as long as it’s top quality.
- Δεν με ενδιαφέρει τη τιμή φτάνει να είναι πρώτης ποιότητας.
I don’t mind whether you stay or leave.
- Δε με νοιάζει είτε μείνεις είτε φύγεις.
Don’t mind him.
- Μην του δίνεις σημασία.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη care
- (μεταβατικό, ειδικά βρετανικά αγγλικά) προσέχω, κοιτάω, χρησιμοποιείται για να πει σε κάποιον να είναι προσεκτικός για κάτι ή να τον προειδοποιεί για έναν κίνδυνο
Mind the step/the dog!
- Πρόσεχε το σκαλί/το σκυλί!
Mind your business.
- Κοίτα τη δουλειά σου.
- (μεταβατικό, ειδικά βρετανικά αγγλικά) φροντίζω, κοιτάζω, νοιάζομαι, περιποιούμαι με τρυφερότητα
Who is minding the baby right now?
- Ποιος φροντίζει τώρα το μωρό;
Who will mind the garden while you are away?
- Ποιος θα κοιτάζει τον κήπο όσο λείπεις;
Who will mind the kids?
- Ποιος θα νοιαστεί τα παιδιά;
The only thing she minds is her bird.
- Το μόνο που νοιάζεται είναι το πουλί της.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη look after
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- mind out
- mind out for something/someone
Πηγές
[επεξεργασία]- mind (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- mind (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 457-458, 589, 948. ISBN 9780194325684., λήμμα: κοιτάζω, νοιάζομαι, φροντίζω