mind

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mind (en)

  1. το μυαλό, ο νους
    the functional results of a thinking brain
  2. (με το κατάλληλο συγκείμενο) η λογική σκέψη

επιλογή κατάλληλων προθέσεων[επεξεργασία]

  • on one's mind: κάτι με απασχολεί εντόνως
  • in one's mind: κάτι απλώς είναι στο μυαλό μου
    What do you have in mind? πχ για βραδινή έξοδο

Ρήμα[επεξεργασία]

mind (en)

  1. (αμετάβατο) με πειράζει, με ενοχλεί, έχω πρόβλημα
  2. (μεταβατικό) κοιτάω, κάνω, ασχολούμαι με