Μετάβαση στο περιεχόμενο

mind

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
mind minds

mind (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) ο νους, η διάνοια, το μέρος ενός ανθρώπου που τον κάνει ικανό να έχει επίγνωση, να σκέφτεται και να αισθάνεται
  2. το μυαλό, το πνεύμα, η διάνοια, άτομο που είναι πολύ έξυπνο
    παράδειγμα  She has one of the best minds of her time.
    Έχει ένα από τα καλύτερα μυαλά της εποχής.
    παράδειγμα  He was one of the leading minds of the Reformation.
    Ήταν ένα από τα ηγετικά πνεύματα της Μεταρρύθμισης.
    παράδειγμα  The greatest minds of our time.
    Οι διάνοιες της εποχής μας.
  3. το μυαλό, ο νους, σκέψεις, ενδιαφέροντα κτλ.
    παράδειγμα  His mind is somewhere else/is on something else.
    Έχει το μυαλό του αλλού.
    παράδειγμα  Where is your mind wandering?
    Πού γυρίζει ο νους σου;
    παράδειγμα  Her mind is not on work.
    Δεν έχει νου για δουλειά.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]
ενεστώτας mind
γ΄ ενικό ενεστώτα minds
αόριστος minded
παθητική μετοχή minded
ενεργητική μετοχή minding

mind (en)

  1. (αμετάβατο) με πειράζει, με ενοχλεί, έχω πρόβλημα
    παράδειγμα  I don’t mind the cold/the heat.
    Δε με πειράζει το κρύο/η ζέστη.
    παράδειγμα  Would you mind if I refuse?
    Θα σε πείραζε να αρνηθώ;
    παράδειγμα  No, I don’t mind at all.
    Όχι δε με πειράζει καθόλου.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) με πειράζει, χρησιμοποιείται για να ζητήσει άδεια να κάνει κάτι ή να ζητήσει από κάποιον με ευγενικό τρόπο να κάνει κάτι
    παράδειγμα  Do you mind coming a little later?
    Σε πειράζει να έρθεις λίγο αργότερα;
    παράδειγμα  Do you mind me/my coming a little later?/Do you mind if I come a little later?
    Σε πειράζει να έρθω λίγο αργότερα;
    παράδειγμα  Do you mind if I kiss you?
    Πειράζει να σε φιλήσω;
     δείτε την έκφραση do you mind
  3. (μεταβατικό & αμετάβατο, χωρίς παθητική φωνή, μόνο αρνητικά) δε με ενδιαφέρει, δε με νοιάζει
    παράδειγμα  I don’t mind whether you come or not.
    Δε με ενδιαφέρει έρθεις δεν έρθεις.
    παράδειγμα  I don’t mind the price as long as it’s top quality.
    Δεν με ενδιαφέρει τη τιμή φτάνει να είναι πρώτης ποιότητας.
    παράδειγμα  I don’t mind whether you stay or leave.
    Δε με νοιάζει είτε μείνεις είτε φύγεις.
    παράδειγμα  Don’t mind him.
    Μην του δίνεις σημασία.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη care
  4. (μεταβατικό, ειδικά βρετανικά αγγλικά) προσέχω, κοιτάω, χρησιμοποιείται για να πει σε κάποιον να είναι προσεκτικός για κάτι ή να τον προειδοποιεί για έναν κίνδυνο
    παράδειγμα  Mind the step/the dog!
    Πρόσεχε το σκαλί/το σκυλί!
    παράδειγμα  Mind your business.
    Κοίτα τη δουλειά σου.
  5. (μεταβατικό, ειδικά βρετανικά αγγλικά) φροντίζω, κοιτάζω, νοιάζομαι, περιποιούμαι με τρυφερότητα
    παράδειγμα  Who is minding the baby right now?
    Ποιος φροντίζει τώρα το μωρό;
    παράδειγμα  Who will mind the garden while you are away?
    Ποιος θα κοιτάζει τον κήπο όσο λείπεις;
    παράδειγμα  Who will mind the kids?
    Ποιος θα νοιαστεί τα παιδιά;
    παράδειγμα  The only thing she minds is her bird.
    Το μόνο που νοιάζεται είναι το πουλί της.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη look after

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

phrasal verbs: