φασαρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φασαρία φασαρίες
γενική φασαρίας φασαριών
αιτιατική φασαρία φασαρίες
κλητική φασαρία φασαρίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φασαρία < ιταλική λέξη fesseria < fesso + -eria < fendere

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φασαρία θηλυκό

  1. η αναταραχή, η αναστάτωση
    είχαμε φασαρίες στο κέντρο σήμερα
    δεν θέλω τις φασαρίες της μετακόμισης (τις έγνοιες)
  2. ο σαματάς, η ηχορρύπανση, ο θόρυβος
    μην κάνεις φασαρία να κοιμηθεί η γιαγιά


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]