Μετάβαση στο περιεχόμενο

bouleversement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bouleversement bouleversements

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bouleversement (fr) αρσενικό

  1. η αναστάτωση, o συγκλονισμός
  2. η ανατροπή

Συγγενικά

[επεξεργασία]