bouleversement
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| bouleversement | bouleversements |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]bouleversement (fr) αρσενικό
- η αναστάτωση, o συγκλονισμός
- η ανατροπή
| ενικός | πληθυντικός |
| bouleversement | bouleversements |
bouleversement (fr) αρσενικό