επιλήψιμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επιλήψιμος επιλήψιμη επιλήψιμο
γενική επιλήψιμου επιλήψιμης επιλήψιμου
αιτιατική επιλήψιμο επιλήψιμη επιλήψιμο
κλητική επιλήψιμε επιλήψιμη επιλήψιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιλήψιμοι επιλήψιμες επιλήψιμα
γενική επιλήψιμων επιλήψιμων επιλήψιμων
αιτιατική επιλήψιμους επιλήψιμες επιλήψιμα
κλητική επιλήψιμοι επιλήψιμες επιλήψιμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιλήψιμος < επιλαμβάνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

επιλήψιμος, -η, -ο

  • αυτός που δίνει δια λόγου, ή έργου, αφορμή για μομφή.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]