άμεμπτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άμεμπτος άμεμπτη άμεμπτο
γενική άμεμπτου άμεμπτης άμεμπτου
αιτιατική άμεμπτο άμεμπτη άμεμπτο
κλητική άμεμπτε άμεμπτη άμεμπτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άμεμπτοι άμεμπτες άμεμπτα
γενική άμεμπτων άμεμπτων άμεμπτων
αιτιατική άμεμπτους άμεμπτες άμεμπτα
κλητική άμεμπτοι άμεμπτες άμεμπτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άμεμπτος < α- στερητικό + μέμφομαι + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.mɛm.ptɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άμεμπτος, -η, -ο

  • που κανείς δεν μπορεί να τον μεμφθεί για κάτι, που δεν επιδέχεται κατηγορία

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]