μέμφομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέμφομαι < αρχαία ελληνική (μέμφομαι)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μέμφομαι

  • αποδίδω μια μομφή, κατηγορώ κάποιον για κάτι άσχημο, ανήθικο, απαράδεκτο που έκανε

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μέμφομαι

  1. κατηγορώ
  2. παραπονιέμαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]