αὐθέντης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αὐθέντης < αὐτός +‎ *ἕντης (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *senh₁-: ετοιμάζω, επιτυγχάνω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αὐθέντης αρσενικό

  1. αυτός που διαπράττει μια πράξη (ιδίως έναν φόνο) με τα ίδια του τα χέρια
  2. αυτός που αυτοκτονεί
  3. ο αυθέντης, ο απόλυτος άρχοντας

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]