διαπράττω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαπράττω < αρχαία ελληνική διαπράττω < δια + πράττω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαπράττω

  • κάνω κάτι αρνητικό (λάθος, αδίκημα, έγκλημα κλπ)
  • στα αρχαία ελληνικά το διαπράττω είχε και το νόημα του πετυχαίνω κάτι, με τη θετική έννοια, φέρνω σε πέρας, ολοκληρώνω από την αρχή ως το τέλος.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]