διαπράττω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαπράττω < αρχαία ελληνική διαπράττω < δια + πράττω

Ρήμα[επεξεργασία]

διαπράττω

  • κάνω κάτι αρνητικό (λάθος, αδίκημα, έγκλημα κλπ)
  • στα αρχαία ελληνικά το διαπράττω είχε και το νόημα του πετυχαίνω κάτι, με τη θετική έννοια, φέρνω σε πέρας, ολοκληρώνω από την αρχή ως το τέλος.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]