Μετάβαση στο περιεχόμενο

perpetrate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας perpetrate
γ΄ ενικό ενεστώτα perpetrates
αόριστος perpetrated
παθητική μετοχή perpetrated
ενεργητική μετοχή perpetrating

perpetrate (en)