αυτοτέλεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυτοτέλεια αυτοτέλειες
γενική αυτοτέλειας αυτοτελειών
αιτιατική αυτοτέλεια αυτοτέλειες
κλητική αυτοτέλεια αυτοτέλειες
Ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοτέλεια < ελληνιστική κοινή αὐτοτέλεια

Άκρα τελειότητα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυτοτέλεια θηλυκό

  1. ανεξαρτησία