block

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

block (en)

  1. ογκόλιθος
  2. φραγή
  3. (προγραμματισμός) ενότητα, που αναφέρεται τόσο σε τμήματα δεδομένων όσο και σε αυτοτελή κομμάτια κώδικα μιας γλώσσας προγραμματισμού
    ※  JavaScript statements can be grouped together in code blocks, inside curly brackets {...}. [1]
    «Οι εντολές της JavaScript μπορούν να ομαδοποιηθούν σε ενότητα κώδικα, μέσα σε αγκύλες {...}.»
    Για ομάδα εντολών σε μία ενότητα δείτε: σύνθετη εντολή [2]
     συνώνυμα: compound-statement

Ρήμα[επεξεργασία]

block (en)

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  • Server Message Block (SMB)

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. (αγγλικά) JavaScript Statements. Πρόσβαση 2021-03-07.
  2. «Εισαγωγή στις γλώσσες προγραμματισμού με τη γλώσσα C», σελ. 54, Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αιγαίου. πρόσβαση:27/09/2019



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

block (fr)