block

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

block (en)

  1. ογκόλιθος
  2. φραγή
  3. (προγραμματισμός) ενότητα, που αναφέρεται τόσο σε τμήματα δεδομένων όσο και σε αυτοτελή κομμάτια κώδικα μιας γλώσσας προγραμματισμού
    Για ομάδα εντολών σε μία ενότητα δείτε: σύνθετη εντολή[1]
     συνώνυμα: compound-statement

Ρήμα[επεξεργασία]

block (en)

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  • Server Message Block (SMB)

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «Εισαγωγή στις γλώσσες προγραμματισμού με τη γλώσσα C», σελ. 54, Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αιγαίου. πρόσβαση:27/09/2019

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

block (fr)