αποκλεισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀποκλεισμός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποκλεισμός αποκλεισμοί
γενική αποκλεισμού αποκλεισμών
αιτιατική αποκλεισμό αποκλεισμούς
κλητική αποκλεισμέ αποκλεισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποκλεισμός < ελληνιστική κοινή ἀποκλεισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αποκλεισμός αρσενικό

  1. η αδυναμία μετακίνησης από και προς μια περιοχή λόγω εμποδίων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: παρεμπόδιση
  2. η απομόνωση μιας περιοχής με στρατιωτικά ή άλλα μέσα, ώστε να μην επιτρέπεται η είσοδος ή έξοδος ανθρώπων ή αγαθών
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εμπάργκο
  3. η ενέργεια με την οποία κάποιος που συμμετείχε σε μια συλλογική διαδικασία αποβάλλεται από αυτήν
  4. (αθλητισμός) η έξοδος ενός αθλητή ή μιας ομάδας από μια αθλητική διοργάνωση μετά από ήττα ή παραβίαση κανονισμών

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Περικύκλωση

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]