ήττα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ήτα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ήττα ήττες
γενική ήττας ηττών
αιτιατική ήττα ήττες
κλητική ήττα ήττες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ήττα < αρχαία ελληνική ἧττα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈi.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ήττα θηλυκό

  • το να χάνεις από τον αντίπαλό σου σε έναν πόλεμο, αθλητική συνάντηση ή οποιονδήποτε αγώνα, το να αναδεικνύεται ο αντίπαλός σου νικητής

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Ομώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]