Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]


disqualification (en)

  1. ο αποκλεισμός κάποιου, η απόφαση ότι ένας υποψήφιος για μια θέση, έναν αγώνα κλπ. δεν είναι ικανός ή κατάλληλος
    the failure to disclose this information may lead to the applicant's disqualification from consideration for the position
  2. η αιτία τέτοιου αποκλεισμού
    a conviction for a crime of moral turpitude is a disqualification for becoming a member of the bar

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]


      ενικός         πληθυντικός  
disqualification disqualifications

disqualification (fr) θηλυκό

  1. ο αποκλεισμός, η απόρριψη