ογκόλιθος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ογκόλιθος < όγκος + λίθος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ογκόλιθος αρσενικό

  1. πέτρα με τεράστιο όγκο
  2. (μεταφορικά) για κάτι/κάποιον που επιβάλλεται με την παρουσία του σε έναν πνευματικό χώρο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]