ογκόλιθος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ογκόλιθος < όγκ(ος) + -ό- + λίθος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /oŋˈɡo.li.θos/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ογκόλιθος αρσενικό

  1. πέτρα με τεράστιο όγκο
  2. (μεταφορικά) για κάτι/κάποιον που επιβάλλεται με την παρουσία του σε έναν πνευματικό χώρο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]