blocked

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

blocked (en)

  1. αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος block

Επίθετο[επεξεργασία]

blocked (en)

  1. κλεισμένος, κλειστός (π.χ. δρόμος, αγωγός κ.λπ.)