draft

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /dɹɑːft/ (βρετανικό)
ΔΦΑ : /dræft/ (στις ΗΠΑ)
ομόηχα: draught

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

draft (en)

  1. το προσχέδιο
    he finished the draft of his book : τέλειωσε το προσχέδιο του βιβλίου του
  2. η στρατολόγηση
    συνώνυμα:: conscription
  3. η συναλλαγματική
  4. το ρεύμα

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

draft (en)

  1. προσχεδιάζω, κάνω προσχέδιο
  2. (μεταβατικό) επιστρατεύω
  3. (αμετάβατο) επιστρατεύομαι