σβουνοπασάλειφτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]σβουνοπασάλειφτος
- (παρωχημένο) που έχει πασαλειφτεί με σβουνιές
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σβουνοπασάλειφτος